Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2015

Σαν μούσα ατάλαντου ποιητή . . . .



Σαν μούσα ατάλαντου ποιητή, μα με ευαίσθητη ψύχη, καρδιά μου θα σε έχω.  Σε έναν κόσμο βλοσυρό, ψεύτη, χαζό και γλαφυρό σπουδαίος να κατέχω.  Κάνε το παραπονό μου τέχνη και την θλίψη μου γόνιμη βροχή.  Μικρό αθώο μυστικό για φανερώσου να σε δω στα μάτια των παιδιών μας, γιατί έχω γεράσει μοναχός, ανόητος και γραφικός, τυφλός και αλαζόνας.
b a
Κόρη εσύ παραμυθιού μάθε πως πρίγκιπα σαν φιλήσες,
βάτραχός ευθύς θα γίνει, γιατί η ζωή είναι ανάποδη και τίποτε δε δίνει.
Σπασμένη βιόλα η ζωή, δίχως τόνο και πνοή μια χειμωνιάτικη ημέρα.
Βαριά τα βήματα ξάνα, χωρίς ελπίδα γηρατειά, πάει κι αυτή η μέρα. 
b a
Από την άλλη ο αναγνώστης, αντιμέτωπος μ’ αυτούς τους ήρωες που κεντήθηκαν σε μονότονα βράδια στην οθόνη ενός υπολογιστή ή μερικές φορές σε ιδρωμένα χαρτάκια μ’ ένα ξεψυχισμένο μολύβι σε μοναχικά καφέ περιμένοντας κάποια αργοπορημένη υπόσχεση.
b a
Μην βιαστείς διαβάτη να κρίνεις, άκου αυτά που δεν μπορείς, ξέχνα το λάθος της στιγμής.  Στάσου.  Ακούς τα λόγια ενός τρελού, γέρου και μοναχικού, που κι εσύ κάποτε θα γίνεις.




Μαύρος Κρίνος, Τέσσερις εποχές

Η φωνή του κουλουρά . . . . .




Μουντζουρωμένος πίνακας η μνήμη,
σχολείου που μόλις άνοιξε.
Το χθες άφησε πίσω τα σημάδια του,
σαν την τελευταία παράδοση από περσινό μάθημα.
b a
Πόσο άλλαξε το σχολείο! Σβηστήκαν οι φαιοπράσινοι τοίχοι, μάδησαν τα δάφνινα στεφάνια κι οι εθνικοί ήρωες
φυλακίστηκαν εξόριστοι στα συρτάρια της σχολικής βιβλιοθήκης.
Το μαύρο έγινε άσπρο και η πατρίδα φυλακή ατομισμού.
b a
Κάπου στην άκρη μια σκονισμένη εικόνα του Χριστού συντροφεύει από μακριά μια θλιμμένη σημαία. Βαριά η σάκα γεμάτη βρεγμένα όνειρα
Η φωνή του κουλουρά αποχαιρέτησε για πάντα τα παιδικά σου χρόνια.
Τότε που το χαμόγελό σου στραφτάλιζε πάνω σε μια σκουριασμένη δραχμή.



Μαύρος Κρίνος, Τέσσερις εποχές

Ατίθασο βότσαλο . . . . .



Τα χρόνια κυλούν, σαν το ρυάκι πάνω σε υγρές κουρασμένες πέτρες
μυτερές σαν τύψεις γι’ αυτά που δεν έζησες
λείες σαν τους συμβιβασμούς που έκανες και μετάνιωσες γι’ αυτούς
και το γουργούρισμα των νερών χαλά τον ύπνο σου.
b a
Δροσερή κι η ανάμνησή σου, μ’ αυτήν χάθηκε και το είδωλό μου,
σαν τους κύκλους που σχηματίζονται,
όταν ένα βότσαλο πέσει σε ήρεμα νερά.
Αυτό ήσουν κι εσύ, ένα ατίθασο βότσαλο.



Μαύρος Κρίνος, Τέσσερις εποχές

Σκιές νωχελικών ποδηλάτων στην πλατεία . . . .


Σκιές νωχελικών ποδηλάτων στην πλατεία, αναμνήσεις μιας γλυκιάς νιότης
που δεν τιθάσεψε κανείς ποτέ, γιατί το μεγαλείο της μοναχικής πνοής είναι η ελευθερία.
b a
Άνθρωποι γύρω μας απόμακροι και ξένοι, χωρίς να ξεθωριάζουν την ζωή μας με ρουτίνα.  Βυθισμένοι στις έγνοιές τους, ένας σκληρός ήλιος τους ρίχνει σε λήθαργο, σαν αυτόν της βαριάς σιδερένιας σκιάς των ποδηλάτων-ξέχωρα και συνάμα όλα μαζί-πρόσωπα και μπουλούκι.
b a
Άδεια θαμπά παράθυρα σεργιανίζουν στην βουερή πλατεία, άδειες καρδιές και θύμισες στοιχειώνουνε τις παιγνιδιάρικες φυλλωσιές των δένδρων, σιγομουρμουρίζοντας ψευδαισθήσεις συντροφικότητας.
b a
Φύγαν τα ποδήλατα κουδουνίζοντας χαρούμενα, έτσι χωρίς λόγο, σαν βλάκας που περνιέται για ξύπνιος.  Τα παγκάκια και οι καρέκλες καληνύχτισαν τους συντρόφους που τ’ απαρνήθηκαν.  Οι δείκτες του ρολογιού φλέρταραν με την αμίλητη μοναξιά, που τάραξε το δικό σου καλωσόρισμα . . .


Μαύρος Κρίνος, Τέσσερις εποχές

Χειμωνιάτικος άγγελος.


Πέτρωσε η επιθυμία ανάμεσα στους δείκτες του ρολογιού.  Στην πλατεία κουφοί διαβάτες καρτερούν το κάλεσμά του.  Πίσω από φανταχτερό βιτρώ γνέφει μια λάγνα μάταιη ελπίδα, κάνοντας τον άγγελο με το πέτρινο χαμόγελο να κλάψει.
b a
Οι δείκτες του μετρούν στιγμές, μα οι καρδιές μας είναι άδειες σαν να ‘ταν μόνο χτές που μάταια ελπίδα είπες θα ‘ρθεις.  Μα η προσμονή είναι γλυκιά, σαν το βιτρώ που σιγογνέφει, μια αχτίδα θύμησης παλιάς που σαν παλιός σοβάς θέλει να πέφτει.
b a
Συνάντηση απρόσμενη στου ρολογιού τους δείκτες, με τον παλιό μας εαυτό των παιδικών μας χρόνων-τότε που ο χρόνος ήταν ευχή από μιας γελαστής μάνας το στόμα.
b a
Τώρα ο χρόνος είναι βαρύς σαν πέτρινος, αγέλαστος, χειμωνιάτικος άγγελος στου ρολογιού την κόγχη.  Μετρά τα βήματα μας στην σκιά του παίζοντας με μια σκουριασμένη ρομφαία στα ονειρά του.


Μαύρος Κρίνος, Τέσσερις εποχές

Κτερίσματα μιας μάταιης ζωής . . .



Υποσχέσεις που δόθηκαν πρόχειρα, χαμόγελα φιλαρέσκειας μπροστά στον άδειο καθρέφτη – σαν πρόβα καινούργιου ακριβοπληρωμένου ρούχου που σύντομα θα λεκιάσει, λόγια σαν πολύχρωμα μπαλόνια που πέταξαν μακριά.
Κτερίσματα μιας μάταιης ζωής που τότε έμοιαζε αληθινή, μα τώρα που την κοιτάς από ψηλά -από μέσα σου, φαντάζει θαμμένη στην συγκαταβατική απόρριψη των χαμογελαστών κολάκων που στεφάνωναν κάποτε τα γιορτινά τραπέζια σου.
Κάποτε ανυπόμονος αρχαιολόγος θα τα βρει στον τάφο αυτό του πλανήτη
και θα θαυμάσει την αμετροέπεια και την ανοησία των κέρινων ομοιωμάτων που μας περιβάλλουν κάτω από έναν καυτό ήλιο που μας σιγολιώνει.




Μαύρος Κρίνος, Τέσσερις εποχές

Μέσα είναι η γιορτή και έχει αρχίσει . . . .



Βαριά τα σκαλοπάτια της ανείπωτης θλίψης, μιας ζωής άδειας χωρίς στοργή, δίχως ένα ζεστό οικείο άγγιγμα.  Σαν πέτρινος παγερός πύργος, σχεδόν στοιχειωμένος από ψευτιά και συγκατάβαση ο κόσμος πια.  Βαριές οι σκιές των δένδρων στους πολυκαιρισμένους ετοιμόρροπους τοίχους, θέλουν να δώσουν ζωή σε μια χάρτινη ευτυχία.
b a
Ψύχρα διαπερνά τα δίχως πνοή κορμιά που ανεβαίνουν τα σκαλιά, τα πέτρινα και γλιστερά σαν κόλακες ματαιόδοξων παλιάτσων σε μια γιορτή που ήδη τέλειωσε, μα κανείς δεν το ξέρει.
b a
Μαραμένα λουλούδια στη γωνιά χαιρετούν το θλιμμένο καραβάνι που πλησιάζει τη μισάνοιχτη πόρτα στην κεφαλή της σκάλας.  Άνθη της ματαιοδοξίας, μην κλαίτε μη μαραίνεστε, μέσα είναι η γιορτή και έχει αρχίσει . . . .





Μαύρος Κρίνος, Τέσσερις εποχές

Γνώριμος των παιδικών μας χρόνων.



Καθρέφτισμα σε θολωμένα τζάμια, χειμωνιάτικου πρωϊνού η ανάμνηση της παιδικής μας αφέλειας, φυλακισμένης πια σε λωρίδες σκυροδέρματος και χάλυβα, σαν τις ψυχές των διπλανών μας. 
b a
Η πίστη σ’ Αυτόν που μας ακούει, γνώριμο των παιδικών μας χρόνων κι αυτή δεμένη στο σκυρόδερμα μαζί με τις φωνές των παιδιών που μας καλούν μέσα από τις γρίλιες της μοναξιάς που σιγοβράζει στο πολύβουο μπουλούκι των ηλιθίων.
b a
Ας είναι όμως θολωμένα τα τζάμια μιας πρόστυχα κοιμωμένης συνείδησης, ο παιδικός μας φίλος που φιλομέτρησε τα παιδικά μας όνειρα που φυλακίσανε τα χαλύβδινα κλουβιά, μας σιγογνέφει ντροπαλά μέσα από τα παραθύρια μιας λησμονημένης εκκλησιάς στα βήματα μας το πρωϊ για τη δουλειά. 

Μαύρος Κρίνος, Τέσσερις εποχές