Βαριά τα
σκαλοπάτια της ανείπωτης θλίψης, μιας ζωής άδειας χωρίς στοργή, δίχως ένα ζεστό
οικείο άγγιγμα. Σαν πέτρινος παγερός
πύργος, σχεδόν στοιχειωμένος από ψευτιά και συγκατάβαση ο κόσμος πια. Βαριές οι σκιές των δένδρων στους
πολυκαιρισμένους ετοιμόρροπους τοίχους, θέλουν να δώσουν ζωή σε μια χάρτινη
ευτυχία.
b
a
Ψύχρα διαπερνά τα δίχως πνοή
κορμιά που ανεβαίνουν τα σκαλιά, τα πέτρινα και γλιστερά σαν κόλακες
ματαιόδοξων παλιάτσων σε μια γιορτή που ήδη τέλειωσε, μα κανείς δεν το ξέρει.
b
a
Μαραμένα λουλούδια στη γωνιά
χαιρετούν το θλιμμένο καραβάνι που πλησιάζει τη μισάνοιχτη πόρτα στην κεφαλή
της σκάλας. Άνθη της ματαιοδοξίας, μην
κλαίτε μη μαραίνεστε, μέσα είναι η γιορτή και έχει αρχίσει . . . .
Μαύρος Κρίνος, Τέσσερις εποχές
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου