Το στήθος μου μια προκυμαία φιλόστοργη
κι
οι πόθοι λιμνάζουν σαν φλογισμένα καράβια
που
ψελλίζουν τ’ άρρητο όνομα σου.
b
a
Και
τα μαλλιά σου κλημάτινη[1]
σκάλα
που
αερίζεται στο φως ασημένιου φεγγαριού.
Εκεί
που μια γαλάζια αράχνη
υφαίνει
τον ιστό της ζητώντας αξιοπρέπεια.
b
a
Ο
μίτος της Αριάδνης, αίνιγμα για λύση
το
χαμόγελο σου φτυαρίζει, ανακατεύει
πρώιμες
προσδοκίες
στο
σακίδιο των έναστρων ονείρων μου.
b
a
Κι
η αγάπη σου κληρίον[2]
ζουμερή
φέτα από έναστρο αυγουστιάτικο ουρανό
Κληρούχος[3]
κι εγώ μιας αναπάντεχης ευτυχίας
που
σαν ρόδι έσπασε και σκόρπισε παντού
απογόνους
– στιγμές ευτυχίας.
b
a
Μονόπεπλη[4]
κορασίδα σε κοινή θέα
η
ερωτική μου ενόρμηση για το ιδεώδες
ξεστράτισε στ’ ακρογιάλια του σώματος.
b
a
Το
κοίταγμά σου
στα
φυλλοκάρδια Της καρδιάς μου
κλῃδόνισμα[5]
μαγικών στιγμών
που
έπονται αναπάντεχα
σαν
να τις περίμενες από πάντα
αποσβολωμένος
τα πυρωμένα μεσημέρια.
[1]
Φτιαγμένη από κλαδάκια, κληματσίδες κλήματος – αμπελιού (αρχ).
[2]
Μικρή μερίδα (αρχ).
[3]
Αυτός που του παραχωρήθηκε, μικρή μερίδα – κλήρος (αρχ).
[4]
Γυμνή (αρχ)
[5]
Οιωνός, σημάδι. Από το κληδών (αρχ).
Μαύρος Κρίνος, Ερωτικό κλῃδόνισμα (οιωνός) 2/6/11
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου