Ανηφορίζω
τις αχτίδες του Κυριακάτικου ήλιου
που
συμπλέκονται με τα πέτρινα σκαλοπάτια
της
παλιάς γειτονιάς.
Κόκκινες
πήλινες γλάστρες
αριστερά
και δεξιά με υποδέχονται
σαν
γνώριμο από παλιά.
Μπουγαδόσκοινα
με σεντόνια πεταρίζουν
πάνω
από το κεφάλι μου.
Διαπεραστικές
ματιές μέσα από τις γρίλιες
με
εξετάζουν εξονυχιστικά.
Συνεχίζω
ν’ ανεβαίνω.
Στο
βάθος δεξιά το ενοριακό εκκλησάκι
μου
σιγογνέφει
να
πάω να ανάψω ένα κεράκι.
Ακίνητες,
μαυροφορεμένες γριές
κάθονται
στα πεζούλια της εκκλησίας.
Μπαίνω
μέσα και την ματιά μου κλέβει
ο
Ταξιάρχης στο μπαρουτοκαπνισμένο τέμπλο.
Θυμάμαι
τα παιδικά μου χρόνια,
τότε
που με το άγγιγμα μου εξέταζα αυτό το τέμπλο
και
ζωντάνευα ιστορίες στο μυαλό μου
με
τον Δαυίδ και τον Γολιάθ,
τον
Ιωνά και το κήτος και τον υπομονετικό Ιώβ.
Φύτεψα
στο μανουάλι των νεκρών
και
των προγόνων
ένα
κερί και κατηφόρισα.
Πίσω
μου ξεθώριασε η παλιά μου γειτονιά
σαν
αναλαμπή των παιδικών μου χρόνων που έσβησε.
Μαύρος Κρίνος, Παλιά Γειτονιά σαν μνήμη σε μισάνοικτο όστρακο 15/7/14
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου