Εκκωφαντική ησυχία παγώνει τις μνήμες,
συνάμα πυρώνει την προσδοκία του ανέλπιστου.
Ταιριαστή αντιξοότητα
σαν την ύπαρξη των σκιών της επιθυμίας.
«Έλα, μην
αργείς έχουμε δουλειά κι απόψε»
Μια δροσερή γυναικεία φωνή
σαν την τελευταία σταγόνα νερού
κάποιου που χάθηκε στην έρημο.
«Ποια είσαι; » ρωτώ.
Ένα παιχνιδιάρικο γελάκι σαν παιδική μελανιά
σε φρεσκοβαμμένο τοίχο, έτσι από άποψη.
b a
Ανοίγω την πόρτα στο κατασκότεινο δωμάτιό μου.
Βρίσκομαι σ’ ένα μεγάλο χώρο.
Κάνει κρύο.
Ανάβουν τα φώτα. Ένα - ένα και μετά όλα μαζί.
Μοιάζει με πολυκατάστημα.
Παντού ρούχα, κρεμάστρες σκόρπιες
και κούκλες, πολλές κούκλες πλαστικές.
b a
«Πλησίασε έχουμε δουλειά, βιάσου πριν μας βρει το
ξημέρωμα».
Ακούστηκε ξανά η παιχνιδιάρικια γυναικεία φωνή.
Ακούγεται από την μεγάλη βιτρίνα. Έξω δεν κυκλοφορεί
ψυχή.
Τι ακαταστασία στη βιτρίνα.
Σκόρπια σκηνικά, καρέκλες, κούκλες, προθήκες και
κάποια ρούχα.
«Πρέπει να φτιάξεις τη βιτρίνα. Το πρωί πρέπει να
είναι έτοιμη.
Θα σε βοηθήσω κι εγώ. Ναι. Θέλω να είμαι όμορφη».
Συνέχισε η φωνούλα με τρόπο σκαμπρόζικο.
b a
Περιφέρομαι σαστισμένος στη βιτρίνα.
Η φωνούλα άρχισε να μιλά ακατάπαυστα.
«Να ντύσε εκείνη τη κούκλα
με την ξανθιά περούκα και το ζωηρό κοκκινάδι στα
χείλη.
Ναι αυτή με τα υπέροχα μελιά μάτια.
Νομίζω το εκρού σατέν πουκάμισο, αυτό με το κέντημα
της πάει.
Βάλε και το τουΐντ παντελόνι στο χρώμα της καραμέλας
και τα λαδί καστόρινα μποτάκια. Αυτό το σοκολά πλεκτό να της φορέσεις.
Ναι. Αυτή την τσάντα φάκελο τη λαδί. Τώρα μάλιστα
σαν δασκάλα είναι. Νομίζω πως τη λένε Αμαλία.
Πως σου φαίνεται; Σαν ζωγραφιά. Παιδική ίσως. Αυτή είναι η μαμά μου ή έτσι θα
ήθελα να είναι. Τέλος πάντων και αρχή όλων χα χα . . . ».
b a
«Είσαι ζουζούνι» της είπα.
«Το ξέρω» μου λέει. «Να ντύσε τώρα εκείνο το σοβαρό
κύριο, ναι αυτόν τον ηλικιωμένο. Αυτό το μάλλινο ριγέ κουστούμι στο χρώμα της
μουτζούρας είναι ότι πρέπει. Ναι λευκό πουκάμισο με κολλαριστό γιακά και
κολεγιακή γραβάτα.
Η εξουσία θέλει το περιτύλιγμά της. Μοιάζει με
δικηγόρο. Να τον πούμε Μίστερ Χίγκσφήλντ».
Προσέθεσε.
Είχα αρχίσει να κουράζομαι να ντύνω κούκλες. Μμ
κουραστικό όπως η απογύμνωση των επιθυμιών, των τύψεων και των αναμνήσεων.
Τι μένει ένας άδειος τάφος μ’ ένα δανεικό πτώμα.
Η φωνούλα άρχισε πάλι τις εντολές: «Έλα τεμπέλη
ντύσε κι αυτό τον γεράκο. Συμπαθητικούλης είναι. Σου μοιάζει. Βάλτου τη στολή
του καπετάνιου. Ωραίος είναι. Λέω να τον φωνάζουμε καπετάνιο. Μοιάζει αμήχανος, ντρέπεται. Θα έχει χαζό πλήρωμα. Βάλτου
δίπλα κι αυτό το παιδάκι που είναι
ντυμένο ναυτάκι».
b a
«Έλα τεμπέλη ντύσε αυτή την όμορφη κυρία με την
κόκκινη περούκα,
αυτή με τις μπούκλες.
Ωραία μάτια έχει πράσινα και μακριές βλεφαρίδες.
Βάλτης αυτό το κοντό μαύρο φόρεμα και το μπόα, το
μωβ όχι το κόκκινο.
Ακόμη με το καλσόν, τόσο δύσκολο είναι.
Πρόσεξε θα σκίσεις την ύφανση. Θυμίζει ιστό αράχνης
που στοιχειώνει τα όνειρα ανέμελων ζουζουνιών. Λαϊκιά μου φαίνεται. Σούλα θα την λένε . . . ».
«Χρειάζεται
έναν άνδρα με το δ κεφαλαίο, όπως δέρνω, δούλα, δολοπλοκία.
Αυτό τον ψηλό τον ξανθό με το τσουλούφι και το
διαπεραστικό βλέμμα. Να του φορέσουμε δερμάτινο παντελόνι και τζάκετ, τίποτα
άλλο. Έτσι πρωτόγονος, αυτός και το ζώο. Rocco
θαρρώ
τον λένε». Η φωνούλα συνέχιζε το παραλήρημα κι εγώ έντυνα κούκλες σαν να
αναπαριστούσα ένα ξεχασμένο έγκλημα ή δράμα.
b a
Και η φωνούλα συνέχιζε: «Τώρα ντύσε
αυτό τον γέροντα, να τον φαλακρό.
Σαν Βουδιστής μοναχός είναι. Βάλτου
αυτή την πορτοκαλί κελεμπία και τα στρογγυλά γιαλάκια. Να τον ονομάσουμε Sri,
σημαίνει σοφός διδάσκαλος.
Βάλε δίπλα αυτόν τον κοντό κούκλο.
Μμμ ένα καρό μάλλινο κοστούμι και ένα κασκέτο είναι ότι πρέπει. Διανοούμενος ή ζωγράφος
ή υπαλληλάκος μοιάζει. Ίσως να είναι λίγο απ’ όλα. Φοβητσιάρης φαίνεται. Αυτός
πρέπει να είναι ο Νάνος».
«Αυτός ο μελαχρινός, ναι ο ψηλός πρέπει να
βάλει το σκισμένο τζην, τις αρβύλες και τη δερμάτινη καμπαρντίνα. Βάλτον δίπλα
στη μοτοσυκλέτα. Μμμ σαν γίγαντας
μοιάζει.
Να περίσσεψε κι ένας παλιάτσος.
Μοχθηρός μου φαίνεται. Βάλτον πάνω στη μηχανή να κρατάει το αλυσοπρίονο. Σαν Looser
είναι».
b a
«Μα ποια είσαι επιτέλους; » ρωτώ κοιτώντας ολόγυρα.
Μια γύψινη κούκλα, η μοναδική μ’ αυτό το υλικό μοιάζει
να με κοιτά με τα γαλαζοπράσινα μάτια της. Είχε περισσέψει.
Ψυχρή, ανέκφραστη σαν τη μάνα μου σε θλίψη.
Τα πορφυρά χείλη της ασάλευτα μα τόσο ομιλητικά.
Από εκεί έρχεται η φωνή που τόσην ώρα οδηγίες δίνει.
Μοιάζει παλιά, ίσως Βικτωριανή.
«Γιατί είσαι διαφορετική;» ρωτώ σαν βλάκας που
περιμένει απάντηση.
«Μα για να ξεχωρίζω χαζούλη, για να με θαυμάζουν και
να με αγαπούν όλοι».
«Μιλούν οι κούκλες;» ρωτώ σαστισμένα.
b a
«Αυτές που είχες γύρω σου στην αραχνιασμένη σοφίτα
του μυαλού σου όχι.
Μα τώρα βρήκες μια που μιλά. Με λένε Εύα – Ελένη,
είμαι η anima σου, το θηλυκό alter σου». Απάντησε.
Την πλησιάζω. Στο κάτω μέρος του λαιμού της έχει
ξεφτίσει, ράγισε.
Από το σεντούκι των παιδικών μου χρόνων,
εκεί κάπου στην άκρη του μυαλού μου βγάζω ένα
πολύχρωμο φουλάρι.
Της το δένω στο λαιμό. Της πάει. Είναι τόσο όμορφη!
«Αυτό είναι της μάνας μου. Το χρωμάτισε με τα
συναισθήματα που τις έπνιξαν τα ζιζάνια» της είπα καμαρώνοντάς την.
b a
«Κι εμένα με βρήκαν θαμμένη
ανάμεσα σε ζιζάνια και με ελευθέρωσαν, μ’ έπλυναν
και νάμαι.
Μμμ μόνο αυτό το σημάδι στο λαιμό. Το έκανε ένα
φίδι.
Έτσι είναι τα
φίδια, αν τα εμπιστευτείς σε τσιμπάνε.
Με το φουλάρι όμως είμαι πάλι όμορφη βρήκα τον εαυτό
μου, χάρη σ’ εσένα».
είπε με ενθουσιασμό.
Της χάιδεψα το μάγουλο.
Παράξενο δεν έμοιαζε πια κρύο. Ήταν ζεστό σαν . . .
«Ζωντανό» είπε και χαμογέλασε.
Της έβαλα μια ασημί τουαλέτα κι ένα στέμμα.
Σαν βασίλισσα τοποθετήθηκε στη μέση της βιτρίνας.
b a
Είχε ξημερώσει.
Οι πρώτοι περαστικοί έσερναν τις ελπίδες τους
στο υγρό πεζοδρόμιο.
Σταμάτησαν μπροστά στη βιτρίνα.
Κοιτούσαν με έκπληξη και θαυμασμό το έργο μου, μας
ήθελα να πω.
Κόσμος μαζεύονταν. Πολύχρωμο πλήθος.
Κι εγώ ανάμεσα τους αόρατος σαν θλιβερό
ολόγραμμα.
Μα το δημιούργημά μου έστεκε μπροστά μας,
ονειρικό και πρωτότυπο.
b a
Η Anima
στη
μέση της βιτρίνας. Πρωταγωνίστρια.
Το φουλάρι . . . δεν ήταν πια στο λαιμό της.
Το σημάδι στο λαιμό της είχε φύγει.
Η καρδιά της μάνας μου το έκανε το θαύμα της.
Η Anima
μου έκλεισε το μάτι ή ίσως έτσι να μου φάνηκε. Τώρα η ψυχή της αναπαύτηκε στα
άστρα, χωρίσαμε δεν είμαι εγώ είναι χώρια.
Άρχισα να παίρνω σάρκα και οστά.
Είδα το πρόσωπό μου στη βιτρίνα. Έμοιαζα με γέρο
σοφό.
Παράξενο. Η βιτρίνα ήταν άδεια. Ο κόσμος είχε φύγει.
Στην απέναντι γωνία δυο παιδικά μάτια ντυμένα με
παλιόρουχα με κοιτούσαν ένοχα.
Ένα ορφανό κρατούσε το μαντήλι της μάνας μου, αυτό
με τα πολλά χρώματα.
Ας το κρατήσει. Είναι ορφανό.
b a
Στο παραπάνω ποίημα (εμπνευσμένο από το
έργο The
mannequin
1987 http://www.youtube.com/watch?v=v_GzpPVwmSw&feature=related) περιγράφονται
οι γνωστές φωνούλες (άμυνες του ήρωα - ασθενή) και το Anima (θηλυκή ψυχή) που είναι
παγιδευμένο μεταξύ δύο σταδίων (Εύα – Ελένη κατά Γιούνγκ). Ο ήρωας – ασθενής
αποχωρίζεται το anima,
δεν ταυτίζεται με αυτό και αποκτά την ψυχική ωριμότητα. Ελεύθερος από τη
στρέβλωση του Οιδιπόδειου συμπλέγματος αποδεσμεύεται από το μικρό αντικείμενο α
(κατά Lacan)
που συμβολίζεται από το μαντήλι – μάνα και ότι το στοιχειώνει – φίδι – πατέρας
καταπιεστής. Το μαντήλι ως σύμβολο μητρικής αγάπης πια αποκτάται από ένα ορφανό
από αγάπη παιδί.
Μαύρος Κρίνος, Μεταμορφώσεις και στρεβλώσεις 18/10/2011
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου