Πρώιμος
βραδινός ουρανός,
εκεί
που το λαδί σμίγει
με
το πορφυρό και φέρνουν το σκοτάδι.
Μαύρες
σιλουέτες σπιτιών,
τάφων,
δένδρων, καθεδρικών ναών.
Κίτρινα
χάρτινα παράθυρα
στις
μαύρες σιλουέτες των σπιτιών.
Υπενθύμιση
σαν τα χαρτάκια στο ψυγείο
του
πόσο εφήμεροι είμαστε.
Ο
βραδινός άνεμος άξαφνα
χαϊδεύει
τις αέρινες κουρτίνες
στο
παράθυρο της μνήμης μου.
Σαν
το μονόκερω
στην
αγκάλη ανυποψίαστης παρθένας.
Κι
όπως οι λόγχες αδίστακτων ιπποτών
κεντούν
το κορμί αυτού του μυθικού πλάσματος,
έτσι
και θολές αναμνήσεις,
σπαράγματα
γρίφου μυστικού[1]
χαράσσουν
αυλάκια στο μυαλό μου[2].
Βλέπω
μια ψιλόλιγνη κοπέλα.
Αερικό
μονάχο με καθάριες δροσοσταλίδες στα μαλλιά.
Περπατά
στ’ απόνερα της χθεσινής μπόρας.
Εκεί
που καθρεφτίζεται το χλωμό φεγγάρι των ενοχών.
Κόκκινο
δαντελωτό νυχτικό,
λυτά
μαλλιά, αέρινο περπάτημα,
μονότονος
ρυθμός κιθάρας τη συντροφεύει.
Δίνει
τον τόνο, τον ρυθμό στο βήμα της, την κίνησή της.
Πότε
- πότε σκοντάφτει και κοντοστέκεται
στις
αντιρρήσεις του μυαλού μου[3].
Με
οδηγεί στη στέγη του καθεδρικού ναού
που
αγκαλιάζει τα μυστικά μου[4].
Πέτρινες
πλάκες παραταγμένες στη σειρά
αντικρίζουν
την ανατολή
νοσταλγώντας
τις ψυχές που τις εγκατέλειψαν[5].
Ο
ενήλικος ξέχασε τα παιδικά του χρόνια.
Τότε
ζούσε μόνο για το τώρα.
Το
κλειδί του παραδείσου, της ανεμελιάς.
Ακούω
ένα βουερό κλάμα.
Κάτι
κινείται πίσω από την πέτρινη υδρορροή της στέγης.
Αυτή
με το νυχτεριδάνθρωπο (gargoyle),
τον
φύλακα του ουράνιου τόξου.
Ένα
κορίτσι με γύψινο λευκό πρόσωπο, μαύρα φτερά,
μακριά
μαύρα μαλλιά και μαύρο βελούδινο φόρεμα
μασουλάει
ροδοπέταλα.
Κόκκινο
αίμα σαν δάκρυ, ρυάκι από τα μάτια της.
«Τι
έχεις;» την ρωτώ. «Ποιός σε πείραξε;»
«Αυτός
που δεν έπρεπε[6].
Έφυγε
κουτσαίνοντας
αφήνοντας
αόρατα χνάρια στα άδεια μάτια μου.
Μαύρος
Κρίνος, Μεταμορφώσεις και στρεβλώσεις 27/8/2011
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου