Σαν ρούχο δανεικό σε καμαρώνω.
Γεύομαι μαζί σου το εφήμερο,
αυτό που δεν μου ανήκει μα μου
δόθηκε,
σαν λάμψη μιας αναπάντεχης
καταιγίδας.
Θαυμάζω τη φινέτσα και την ομορφιά
σου,
αταίριαστη με μένα, μα τόσο ποθητή.
Αξίες και τιμή μοιάζουν να
υποκλίνονται στην ομορφιά.
Αυτή, όμως φθείρεται σαν ρούχο
πολυδανεισμένο σε Φθινοπωρινούς καιρούς.
Μα, εσύ δεν το κατάλαβες.
Τώρα, δέκα χρόνια μετά, κοιτάς τον χρόνο
να γρατζουνάει τον εγωισμό σου σ’ ένα στιλπνό
καθρέπτη.
Ίσως να ψάχνεις σ’ ένα φόντο μουντό την παρουσία
μου,
μα έχω γίνει πια λαθρεπιβάτης σε κάποιο ρούχο που
είναι πια στα μέτρα μου.
Μαύρος Κρίνος, Τέσσερις εποχές
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου