Άνοιξα τα παντζούρια στον Κυριακάτικο
μαχμουρλίδικο ήλιο μιας αγουροξυπνημένης ελπίδας.
Ένα κορίτσι μού χάρισε ένα κοχύλι γεμάτο νότες και
παιδικά γέλια
ωδή στη ντροπαλή Αφροδίτη
του διπλανού μπαλκονιού στα σύννεφα,
εκεί που τα σπουργίτια
κεντούν τις ελπίδες ανέμελων παιδιών.
Γλυκά ακούγεται εσπερινή ρομβία,
Αχός παλιάς λατέρνας
που στο ρυθμό της
σιγό-χορεύουν λεβέντικο ζεϊμπέκικο
μοναχικές παλιές καρέκλες καφενείου
Τρικλίζοντας στις σιδερένιες σκιές τραπεζιών
στην λιθόστρωτη φεγγαρόλουστη πλατεία
Το βλέμμα τους στραμμένο σ’ ένα νωχελικό καμπαναριό
που φλερτάρει μ’ ένα μοναχικό βασιλικό
που σιγοαγναντεύει με καρτερία την ερωμένη του στα
νυχτερινά σύννεφα,
έναν πολύχρωμο χαρταετό που σκάλωσε
στο συρματόπλεγμα μιας άκαμπτης μνήμης
που στοίχειωσε την θλιμμένη σοφίτα
του μυαλού ενός κουρασμένου ενήλικα.
Μαύρος Κρίνος, Παλιά Γειτονιά σαν μνήμη σε μισάνοικτο όστρακο
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου